Αρχείο κατηγορίας ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

«Μα εγώ είμαι Έλληνας» Νότης Σφακιανάκης

Μα εγώ είμαι Έλληνας Νότης Σφακιανάκης
Στίχοι: Κώστας Χορλιαφάκης
Μουσική: Κώστας Χορλιαφάκης Στράτος Κουμπάς

Χρόνια με χτυπάτε
χρόνια στέκομαι
χρόνια με πουλάτε
και τ’ ανέχομαι

Χρόνια ο σκοπός σας
να αφανιστώ
Έλληνας χαμένος
πρόγραμμα βατό

Έλληνας θαμμένος γη χωρίς Θεό

Μα εγώ είμαι Έλληνας
δεν θα πεθάνω
υπήρξα άρχοντας
στον κόσμο επάνω

Είμαι αυτός
που σου ‘χει μάθει
τ’ αλφαβητάριο
μην κάνεις λάθη

Εγώ σε γέννησα
σ’ έχω αναθρέψει
κι ότι δικό σου
μου το ‘χεις κλέψει

Μα εγώ είμαι Έλληνας
πάντα αντάρτης
Άνθρωπος δίκαιος
και δημοκράτης

Τώρα ζητιανεύω
κι η ψυχή σου χαίρεται
τώρα ξεπουλιέμαι
μα ποιος Θεός το δέχεται

Τώρα μου ζητάτε
τα υπάρχω μου
ως και την ψυχή μου
που ‘χω πάνω μου

Δεν θα μου τα πάρεις ούτε από τον τάφο μου

Μα εγώ είμαι Έλληνας
δεν θα πεθάνω
υπήρξα άρχοντας
στον κόσμο επάνω

Είμαι αυτός
που σου ‘χει μάθει
τ’ αλφαβητάριο
μην κάνεις λάθη

Εγώ σε γέννησα
σ’ έχω αναθρέψει
κι ότι δικό σου
μου το ‘χεις κλέψει

Μα εγώ είμαι Έλληνας
πάντα αντάρτης
Άνθρωπος δίκαιος
και δημοκράτης

Μα εγώ είμαι Έλληνας
ευλογημένος
σ’ επαναστάσεις
αναθρεμμένος

Έχω παλέψει
έχω νικήσει
θεριά ανήμερα
έχω λυγίσει

Δεν κάνω πίσω
θα πολεμήσω
και τους ρουφιάνους
θα τους διαλύσω

Αυτούς Ελλάδα μου
που χρόνια τώρα
τον δρόμο σ’ άνοιξαν
στην κατηφόρα…

Advertisements

«Τα Κλεμμένα» Νότης Σφακιανάκης

 

Στίχοι: Ντιάνα Τζόβολου
Μουσική: Χριστόφορος Γερμενής
Πρώτη εκτέλεση: Νότης Σφακιανάκης

Μία τσιγγάνα μου ‘χε πει πως είμαι απ’ το Αϊβαλί
κι εγώ θυμήθηκα τα λόγια του παππού μου.
Στη Σμύρνη έφτιαχνε γλυκά και η γιαγιά μπαχαρικά
μέσα στο σπίτι του πατέρα του δικού μου.

Τα χρόνια που ‘μουν πιο μικρός, αναρωτιόμουν συνεχώς
γιατί ‘χε πάντα το μπαούλο γυαλισμένο.
Και πριν πεθάνει μου ‘χε πει να του φυλάξω το κλειδί
κι είδα το βλέμμα το στερνό του φοβισμένο.

Στην Πόλη στην Αγιά Σοφιά, δακρύζει πάντα η Παναγιά
γι’ αυτούς που έφυγαν διωγμένοι μες στα πλοία.
Στην Πόλη στην Αγιά Σοφιά, ακόμα καίει μια φωτιά
γιατί μεμέτηδες δανείζονται τα θεία.

Έφυγε δίχως παιδεμό, μα έζησε ξεριζωμό
αυτήν την λέξη την πρωτάκουσα στα έξι.
Είχα ρωτήσει να μου πει την ιστορία απ’ την αρχή
κι όπως μιλούσε έσταζε αίμα η κάθε λέξη.

Γι’ αυτό το άνοιξα κι εγώ το κασελάκι το παλιό
κι είδα τα λίγα που ‘χε πάρει, τα κρυμμένα.
Κανέλα, σμύρνα και νερό απ’ τα παράλια θαρρώ
και λίγο χώμα από τα μέρη τα κλεμμένα.

Στην Πόλη στην Αγιά Σοφιά, δακρύζει πάντα η Παναγιά
γι’ αυτούς που έφυγαν διωγμένοι μες στα πλοία.
Στην Πόλη στην Αγιά Σοφιά, ακόμα καίει μια φωτιά
γιατί μεμέτηδες δανείζονται τα θεία.