Σχολιάστε

Νηφάλιες σκέψεις για την συγκληθείσα στην Κρήτη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας

του Κωνσταντίνου Ι. Μπελέζου, Αναπληρωτού Καθηγητού Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος

Το παρελθόν θέρος (19-26 Ιουνίου 2016) πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη (Κολυμπάρι Χανίων), ύστερα από πολύχρονες και πολύπλευρες συνεννοήσεις, συγκλίσεις και αμοιβαίες υποχωρήσεις, η «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» των Ορθοδόξων[1]. Η σύγκλησή της, σημείο ορατό εκκλησιαστικής ενότητος, ανυποκρίτου μαρτυρίας και συγχρόνου ομολογίας των ορθοδόξως κατ’ Ανατολήν πιστευόντων, προκάλεσε, τόσο πριν όσο και μετά την ολοκλήρωσή της, ποικίλες θετικές αλλά και αρνητικές ή αντιφατικές (δυσκόλως ίσως εξηγούμενες με κριτήρια πνευματικά ή όρους υγείας) αντιδράσεις, που οφείλουμε κάποτε να αξιολογήσουμε με νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα.

 

 

Η Σύνοδος προετοιμαζόταν από τις αρχές του 20ού αι., με την μέριμνα τού ‒πρώτου τῃ τάξει και τῃ διακονίᾳ‒ Οικουμενικού Πατριαρχείου, είχε δε σκοπό τον καλύτερο συντονισμό και την αποτελεσματικότερη συνεργασία των αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών (διά των εκπροσώπων τους όπου γης) για ζητήματα θεολογικο-ποιμαντικού, ως επί το πλείστον, χαρακτήρα∙ παράλληλα απέβλεπε στην άμεση επίλυση προβλημάτων διοικητικής και πρακτικής φύσεως, τα οποία χρόνιζαν και απαιτούσαν συλλογική αντιμετώπιση, επί τῃ βάσει του κατ’ αλήθειαν λόγου του Ευαγγελίου και του συνοδικού συστήματος, του λειτουργούντος από την Αποστολική Σύνοδο (βλ. Πράξ. 15) ώς τις μέρες μας. Οι ενέργειές της, εφόσον αυτή τελικώς επραγματοποιείτο, όφειλαν να είναι στο πνεύμα της κοινής και μακραίωνης ορθοδοξο-πατερικής παράδοσης, να καλύπτουν ουσιαστικές ανάγκες και ν’ απαντούν σε πραγματικές προκλήσεις για τους χριστιανούς του σήμερα.

Το γεγονός μιάς τέτοιας Συνόδου έμελλε να επισφραγίσει την προσπάθεια όλων ανεξαιρέτως των ευρισκομένων σε εκκλησιαστική κοινωνία Ορθοδόξων, που λόγῳ ιστορικών περιπετειών και εθνικιστικών κρίσεων είχαν απομακρυνθεί αρκετά απ’ αλλήλων, να γνωριστούν καλύτερα μεταξύ τους και να επιληφθούν κοινών ή παραπλησίων προβλημάτων, επιβεβαιώνοντας όχι μόνο την αυτοσυνειδησία τους και την αδιάκοπη πιστότητά τους σε ό,τι παρέλαβαν ‘’ἐν ἀληθείᾳ καί ἀγάπῃ’’, αλλά και τη δέσμευσή τους να συνεχίσουν την από κοινού πορεία τους στον κόσμο και την Ιστορία. Η δέσμευση στην κοινή τούτη πορεία προϋπέθετε ότι όλες οι κατά τόπους Εκκλησίες ήταν έτοιμες να αναλάβουν τις ευθύνες τους, κηρύσσοντας την εν Χριστώ συναλληλία τους «πανταχοῦ ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ» (Α΄ Κορ. 4,17) και φανερώνοντας ανά την Οικουμένη το κοινό ήθος, την συναντίληψη και την εν πάσι αλληλεγγύη τους, ως ζώσα έκφραση ομογνωμίας και συνεπούς του κόσμου διακονίας.

Η προσυνοδική διαδικασία υπήρξε επίπονος και μακρά. Ξεκίνησε επίσημα με το Πανορθόδοξο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (10 Μαΐου-6 Ιουνίου 1923), συνεχίστηκε δε με την σύναξη των μελών της Διορθοδόξου Προκαταρκτικής Επιτροπής στην Ι. Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους (8-23 Ιουνίου 1930). Στις συναντήσεις εκείνες τέθηκαν οι βάσεις για την προετοιμασία μιας Συνόδου της Ορθοδοξίας, η οποία δεν εκαλείτο βεβαίως ν’ αντιμετωπίσει κάποιες νέες αιρέσεις, αλλά πολλές νέες προκλήσεις όσον αφορά τις σχέσεις των επιμέρους Ορθοδόξων Εκκλησιών μεταξύ τους, με τις άλλες χριστιανικές Ομολογίες, με την κοινωνία, την επιστήμη και το κράτος, συντονίζοντας την κοινή Ορθόδοξη μαρτυρία, στη βάση της αυτοσυνειδησίας τους ως Σώματος Χριστού, με γλώσσα σύγχρονη, πρακτική και άμεση, και λαμβάνοντας υπόψη τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των πληρωμάτων τους και τις ειδικές (ερμηνευτικές, λειτουργικές, κανονικές, κοινωνικές κ.ά.) ανάγκες των ιδίων, καθώς και του περιβάλλοντός τους.

Η συστηματική προετοιμασία για τη συγκρότηση μιας Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας συνεχίστηκε με σειρά Πανορθοδόξων Διασκέψεων που πραγματοποιήθηκαν στη Ρόδο η Α΄ (24-29 Σεπτεμβρίου 1961), η Β΄ (26-29 Σεπτεμβρίου 1963) και η Γ΄ (1-15 Νοεμβρίου 1964), ενώ στο Σαμπεζύ της Γενεύης έλαβε χώρα η Δ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (8-15 Ιουνίου 1968), όπου αποφασίστηκε η «ὡς οἷόν τε ταχύτερον» σύγκληση της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Ακολούθησαν οι Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄ και Ε΄ Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις (Σαμπεζύ 1976, 1982, 1986, 2009 και 2015). Σε όλες συμμετείχαν πάντοτε σπουδαίοι θεολόγοι και ιεράρχες, εκπρόσωποι των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίοι διαμόρφωσαν και οριστικοποίησαν την θεματολογία, με βάση άμεσες ανάγκες και την αρχή της συνοδικής συναίνεσης.

Στη Σύνοδο, που συνεκλήθη εν τέλει την τέταρτη εβδομάδα του Ιουνίου του 2016, εβδομάδα του Αγίου Πνεύματος, συμμετείχαν με εκπροσώπους τους (ιεράρχες, ειδικούς θεολογικούς και λοιπούς συμβούλους, συνεργάτες και βοηθούς) όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, πλην των Εκκλησιών Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας. Οι τελευταίοι ακύρωσαν, την ύστατη στιγμή, τη συμμετοχή τους στη Σύνοδο, με προσχηματικά επιχειρήματα, στην πραγματικότητα δε είτε για λόγους αδιαλλαξίας και διεκδίκησης πρωτοκαθεδρίας είτε από σύνδρομα φοβικά και φονταμενταλιστικά, που αγνοούν την εν ταπεινώσει ισχύ της Ορθοδοξίας και το πλεονέκτημα της άμεσης συνεννόησης και της μετ’ αδελφών κοινωνίας. Προκαθήμενοι και αντιπροσωπίες των Εκκλησιών Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων, Σερβίας, Ρουμανίας, Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας, Τσεχίας και Σλοβακίας, που έλαβαν μέρος στη Σύνοδο της Κρήτης, συζήτησαν και ενέκριναν τα έξι κείμενα της ημερησίας διατάξεως, καθώς και την Εγκύκλιο και το Μήνυμα της Συνόδου «προς τον Ορθόδοξο λαό και κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως». Κατά την εναρκτήρια συνεδρία και κατά την ανάγνωση του Μηνύματος, παρευρέθησαν ως απλοί παρατηρητές και εκπρόσωποι άλλων χριστιανικών ομολογιών.

Τα θέματα που συζητήθηκαν, και εκ των οποίων προήλθαν τα συμφωνηθέντα και δημοσιευθέντα αμέσως κείμενα, ήταν τα εξής: 1) «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον», 2) «Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού», 3) «Το Αυτόνομον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού», 4) «Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον», 5) «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», και 6) «Η Ορθόδοξος Διασπορά». Το πνεύμα της Συνόδου κατέγραψε προοιμιακά η «Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Στην Εγκύκλιο προβλήθηκαν, ειδικότερα: α) η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και εικόνα της Αγίας Τριάδος, β) η αποστολή της Εκκλησίας εν τῳ κόσμῳ ως ιεραποστολή, ευχαριστιακή μετοχή και καθημερινή μαρτυρία αγάπης, γ) η οικογένεια ως εικόνα της αγάπης του Χριστού προς την Εκκλησία, δ) η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας για την κατά Χριστόν παιδεία, ε) η ανθρωπολογική, κοινωνική και οικολογική ευθύνη της συγχρόνου Εκκλησίας, στ) η ευθύνη της Εκκλησίας ενώπιον της παγκοσμιοποίησης και η συμβολή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στην επικράτηση των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών, μέσα από την υπεράσπιση του δικαιώματος του προσώπου και την άρση των φυλετικών και άλλων διακρίσεων, την εξάλειψη της βίας, της προσφυγιάς και της αβουλήτου μεταναστεύσεως, και ζ) η κλήση της Εκκλησίας σε διάλογο με τον κόσμο, κατ’ εξοχήν δε με τους ομοδόξους αλλά και ετερόδοξους αδελφούς, άνευ φανατισμού ή εκπτώσεως σε οιοδήποτε δογματικό μινιμαλισμό. Το προς την Οικουμένη διακηρυχθέν «Μήνυμα» συνόψισε όλα τα προαναφερθέντα και συμφωνηθέντα κείμενα, επισημαίνοντας αφ’ ενός μεν τους κινδύνους της πνευματικής αδράνειας, του φονταμενταλισμού και της εκκοσμικεύσεως, αφ’ ετέρου δε καλώντας σε διάλογο με τους ανθρώπους κάθε φυλής και τάξεως, με τους ανθρώπους διαφορετικών πεποιθήσεων, με τους διακόνους της πολιτικής, της επιστήμης και της τέχνης, προπαντός δε με τους νέους, οι οποίοι «δεν αποτελούν απλώς το μέλλον της Εκκλησίας αλλά το δυναμικό και δημιουργικό παρόν επί τοπικού και οικουμενικού επιπέδου».

Παραδόξως, καθώς ευθύς εξ αρχής σημειώσαμε, εντός της ελλαδικής επικράτειας ακούστηκαν ‒τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια και μετά την πραγματοποίηση της Συνόδου‒ οι πλέον καχύποπτες και αντιφατικές φωνές, ως προς τη σκοπιμότητα, μεταταύτα δε και την αποτελεσματικότητα ή την ορθοτομία της Συνόδου. Οι εν λόγῳ φωνές, ωστόσο, εφόσον δεν συνδέονται άμεσα (για κάποιες ενδεχομένως ο χρόνος θα δείξει) με τα γεωπολιτικά συμφέροντα και τις εκκλησιαστικο-πολιτικές σκοπιμότητες που επιχείρησαν να δυναμιτίσουν και να αναβάλουν επ’ αόριστον (μετά από ενενήντα τρία χρόνια προετοιμασίας) τη σύγκληση της Συνόδου, κατανοούμενες κατ’ αρχήν ως σπασμωδικές διεκδικήσεις ανοίκειας εξουσίας, αποδυναμώνονται πλήρως μετά από νηφάλια θεώρηση και φυσικά εκ του αποτελέσματος∙ στο τέλος, μάλιστα, αυτοαναιρούνται, όταν συγκριθούν με το ειρηνικό πνεύμα του Ευαγγελίου, με τον «κατ’ ἐπίγνωσιν» (Ρωμ. 10,2) ζήλο των Αγίων του Θεού και το διαλεκτικό ήθος των Πατέρων της Εκκλησίας, όταν παραβληθούν προς την ιστορική πορεία της Ορθοδοξίας, όταν αντιπαρατεθούν με την κοινή λογική.

Χαρακτηριστικό είναι, εν προκειμένῳ, πως κάποιοι ‘’αντι-συνοδικοί’’, στο όνομα δήθεν του συνοδικού πνεύματος της Ορθοδοξίας, ενεργούντες κάθε άλλο παρά εν ειλικρινείᾳ και αγάπῃ ή εν πνεύματι συνοδικῴ (χωρίς ν’ αποκλείουμε, για λίγους δυστυχώς από αυτούς, την καλοπροαίρετη διάθεση), αναβιώνοντας ιδεοληπτικά την παλαιά αντίθεση «ενωτικών» και «ανθενωτικών», αλλά και από φόβο μήπως τυχόν προχωρήσει κάποτε ο θεολογικός διάλογος μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών, μεταξύ των Ορθοδόξων και των μη ορθοδόξων εκκλησιών[2], προσεύχονταν ή έκαναν τα πάντα, προκειμένου η Σύνοδος να μην πραγματοποιηθεί. Και όμως, αυτή πραγματοποιήθηκε. Οι ίδιοι έκαναν επίσης τα πάντα, προκειμένου τούτη να χαρακτηριστεί, προ της συγκλήσεώς της ακόμη, «βέβηλη» και «ληστρική». Και όμως, κανένα από τα κείμενά της δεν υπερέβη ή δεν πρόδωσε την Ορθόδοξη παράδοση, δεν κήρυξε κάτι που δεν είχε από όλους προσυμφωνηθεί, δεν διετύπωσε κάποιο ‘’καινούργιο’’ δόγμα∙ ούτε αποχαρακτήρισε κάποια αίρεση αρχαιότερη ή νεότερη ούτε διεκήρυξε την «ένωση» με τον Πάπα ούτε αποκήρυξε την ασκητική της Εκκλησίας ούτε προεκήρυξε την εκκοσμίκευση και την χαλάρωση των ηθών.

Απεναντίας, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας ‒παρά τα όποια εμπόδια και τις δυσκολίες που συνάντησε‒ κατέδειξε την κατά βάθος πνευματική ενότητα της Ορθοδοξίας, τη δύναμή της να υπερβαίνει τα προβλήματα και να προχωρεί «ἐν λόγῳ ἀληθείας» (Β΄ Κορ. 6,7), «ἐν δυνάμει Πνεύματος ἁγίου» (Ρωμ. 15,13). Η ίδια κατέδειξε, ακόμη, έστω και επώδυνα, ότι τα προβλήματα που αποκαλύπτουν τις ενθαδικές αντοχές και τα κοσμικά της όρια, μαζί δε παθολογικά συμπτώματα και κατ’ άνθρωπον αδυναμίες, προκύπτουν από τη σχέση των κατά τόπους Εκκλησιών με το Έθνος και το Κράτος, με τους σχεδιασμούς των Μεγάλων Δυνάμεων, με συμφέροντα τοπικά, υπερτοπικά και συμμαχίες αλλότριες της «μαρτυρίας Ἰησοῦ Χριστοῦ» (βλ. Αποκ. 1,2). Κατέδειξε, επιπλέον, ότι, πολλές φορές, όσοι προσποιούνται ότι κόπτονται για την ‘’ορθοδοξία’’ αδιαφορούν για την γνήσια ευαγγελική διδασκαλία, για την οικοδομή του λαού και την αποφυγή του σκανδαλισμού του (μέσῳ δικών τους κηρυγμάτων μίσους, ανυπακοής και αποκοπής από την ενότητα την εκκλησιαστική). Έδωσε, τέλος, την αφορμή, εντός ολίγων μόνον ημερών, να αποκαλυφθούν «ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί» (Λουκ. 2,35), περί του ποιος μπορεί να είναι ‘’πρώτος’’, ποιος είναι «μείζων» (Μάρκ. 9,34), ποιος έχει το μεγαλύτερο ποίμνιο, ποιος διαθέτει ή διατυπώνει την καλύτερη θεολογία κ.ο.κ., διαλογισμοί στους οποίους ο Κύριος προ πολλού έχει δώσει την απάντηση: «εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καί πάντων διάκονος» (Μάρκ. 9,35∙ πρβλ. Ιωάν. 13,12-17).

Οι εκπρόσωποι, λοιπόν, όλων των ανά την υφήλιο Ορθοδόξων συμφώνησαν και συνήλθαν τελικά συνοδικώς, το περασμένο καλοκαίρι στην Κρήτη, προκειμένου να κοινωνήσουν εκκλησιαστικώς, εν τοις μυστηρίοις δηλαδή και εν Συνόδῳ, όπως γνωρίζουν να πράττουν οι ποιμένες της Εκκλησίας του Χριστού από την εποχή των Αποστόλων μέχρι σήμερα. Τούτο έπρατταν, οσάκις προέκυπταν σοβαρά ζητήματα ή ήταν ανάγκη να βεβαιωθεί η ενότητα και να εκφραστεί η αυτοσυνειδησία της μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ιδίως όταν προκαλούνταν να διατυπωθεί ‒υπό νέους κατά περίπτωση και κατά τα ιστορικώς κείμενα όρους‒ η αδιάκοπη και αδιάστατη πιστότητά της στο Ευαγγέλιο, ταυτοχρόνως δε η ειλικρινής και βαθιά της μέριμνα για τον άνθρωπο και την εν Χριστώ σωτηρία του, η οποία βεβαίως δεν μπορεί να είναι άσχετη προς την προαγωγή της χριστιανικής ενότητας.

Την μέριμνα τούτη, ακριβώς, μας υπενθύμισε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης, μαζί με το κοινό μας χρέος να δίνουμε συνεχώς «λόγον περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» (βλ. Α΄ Πέτρ. 3,15), παρά τα όποια λάθη και τις κατ’ άνθρωπον αδυναμίες μας. Γι’ αυτό, δεν κατέφυγε στην κανονιστική κωδικοποίηση πολυδιατυπωμένων ζητημάτων ούτε έθεσε ως στόχο της την αναζήτηση εστιών αιρετικών, αλλά θέλησε να εκπέμψει ένα σαφές ποιμαντικό μήνυμα, ένα μήνυμα αγάπης και καταλλαγής, ένα μήνυμα ευθύνης. Επιπλέον, κατέστησε σαφές ότι δεν ήθελε να ταυτιστεί με κάτι που απλώς έγινε ούτε να οικειωθεί την αυθεντία και την τιμή του «οικουμενικού» (γι’ αυτό και δεν επικαλέστηκε για τον εαυτό της αυτόν τον χαρακτηρισμό)∙ αντιθέτως, θέλησε να δώσει το στίγμα για μια διαδικασία που συντελείται (ή θα έπρεπε να συντελείται) συνεχώς, να δώσει το σύνθημα για τη συνέχιση της εν Συνόδῳ λειτουργίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας και μετά το πέρας της δικής της συνεδρίας.

Όπως σημειώσαμε εξ αρχής, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επιτελώντας διακονία εκκλησιαστική, αποστολοπαράδοτη και θεραπευτική, λειτούργησε κι εξακολουθεί, νομίζουμε, να λειτουργεί ως σημείο αισθητής ενότητας σ’ έναν κόσμο διχασμένο και διαρκώς διασπώμενο, σε κάθε συγκυρία όπου οι δοκιμασίες ποικίλλουν ή οι εσωτερικές διενέξεις γίνονται φανερές. Παράλληλα συνιστά σημείο υγιούς παρουσίας και ζώσης μαρτυρίας της κοινής πίστεως των Ορθοδόξων, έκφραση δημοκρατικού και φιλαδέλφου πνεύματος, ήθους διαλόγου και ασυμπλεγμάτιστης αυτοσυνειδησίας.

Υπ’ αυτήν την έννοια, χρειάζεται εδώ να διευκρινισθούν κάποια σημεία:

1. Δεν είναι οι Σύνοδοι οι οποίες ‘’δημιουργούν’’ την Ορθοδοξία ούτε όμως είναι και σε θέση ποτέ οι ίδιες να την ακυρώσουν∙ η ίδια η Ορθοδοξία ποιεί τις Συνόδους της και η συνείδηση της Εκκλησίας, της οποίας φορέας και «φύλαξ» (βλ. Εγκύκλιο Πατριαρχών Ορθοδόξου Ανατολής του 1848) είναι ο πιστός λαός του Θεού, τις κατακυρώνει.

2. Ούτε, από την άλλη πλευρά, είναι οι αριθμοί εκείνοι οι οποίοι εξασφαλίζουν την Ορθοδοξία των μελών της ή το κύρος της∙ δεν είναι το πλήθος αλλά το ήθος που πιστοποιεί την ουσία της Ορθοδοξίας∙ το πνεύμα της εν Χριστώ αγάπης βεβαιώνει στην πράξη τη διαρκή παρουσία της. Και τούτη, θα λέγαμε, η εν τῃ αγάπῃ δηλαδή φανέρωση της Ορθοδοξίας, δεν είναι ποτέ δεδομένη· συνιστά αίτημα και άθλημα καθημερινό, πρόκληση και παράκληση της Εκκλησίας διηνεκή.

Ως εκ τούτου, η συγκληθείσα μετά πολλών εμποδίων Αγία και Μεγάλη Σύνοδος δεν συγκροτεί μίαν εξαίρεση από την ιστορικότητα του βίου των Ορθοδόξων και την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία τους, αλλ’ αυτήν ακριβώς την έκφραση και την επιβεβαίωσή της. Η Ορθόδοξη Εκκλησία λειτουργεί εν Συνόδῳ (αυτό είναι το ήθος και το πολίτευμά της εν τῳ κόσμῳ) και δεν μπορεί να λειτουργεί παρά εν Συνόδῳ∙ συνέρχεται συνοδικώς και συνεχίζει να πορεύεται, υπό νέες κάθε φορά συνθήκες, κατεργαζόμενη τη σωτηρία του κόσμου και την ενότητα πάντων και πασών στο πρόσωπο του Χριστού και το Σώμα Του, όπως ο ίδιος της υπέδειξε ‒και της υποδεικνύει διά παντός εν Πνεύματι‒ με την «Αρχιερατική Προσευχή» Του (βλ. Ιωάν. 17).

Για όλους εμάς, επομένως, οι οποίοι ζούμε και αναπνέουμε σήμερα μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, υπηρετούμε δε ‒με την απλότητα της πίστεως ή με μέσα επιστημονικής έρευνας, ελλόγιμου στοχασμού και όραμα εμπειρικής εφαρμογής‒ την ζωή και τη θεολογία της, η σύγκληση και η ολοκλήρωση μιάς τέτοιας Συνόδου θα έπρεπε να προκαλέσουν χαρά και ικανοποίηση πνευματική. Θα έπρεπε πολλῴ μάλλον να λειτουργήσουν ως αφορμή (συν)αδελφικής όλων των Ορθοδόξων συμπόρευσης και στοχασμού, συγκεκριμένα δε: α) συμπόρευσης εκκλησιαστικής, με ειλικρινή υπέρ φωτισμού και ενότητος προσευχή και αδιαπραγμάτευτη θεολογική αναπιστοποίηση∙ και β) εμβριθούς συστοχασμού πάνω σε ποικίλες ενστάσεις, εύλογες ή απότοκες χρόνιας και εξ αποστάσεως καχυποψίας, αλλά και σε προβληματισμούς αν-ορθόδοξους, συχνά δε ανορθολογικούς.

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και κυρίως πιστοί στο κήρυγμα της αγάπης του Χριστού, το γεγονός της συνοδικής συνάντησης της Ορθοδοξίας και της μεταξύ αδελφών μυστηριακής αλληλοπεριχώρησης θα έπρεπε να αποτελεί αφορμή μέγιστης χαράς. Τούτο, ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από κάθε προβληματισμό ή ότι αρνούμαστε να συζητήσουμε τις όποιες ενστάσεις, με σοβαρότητα, ειλικρίνεια και αλληλοσεβασμό, πόσῳ δε μάλλον να ξεσκεπάζουμε τον αν-ορθόδοξο ανορθολογισμό, όπου και όταν αυτός ορθώνεται. Με άλλους λόγους, το θάρρος του εκκλησιαστικώς θεολογείν, αλλά και του ελέγχειν υπό το πρίσμα της αληθείας και της αγάπης, οφείλει να είναι, σε τελική ανάλυση, το βασικό κίνητρο κάθε προσωπικού ή συλλογικού μας στοχασμού, κριτικού και διακριτικού, για τα πεπραγμένα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου των Ορθοδόξων και για τους δρόμους που αυτή ανοίγει, για τις εκπληρωθείσες ή μη προσδοκίες και τους προβληματισμούς του υγιούς «λήμματος» των Ορθοδόξων. Η ευθύνη μας, μάλιστα, για την αξιοποίηση της δυναμικής που η Σύνοδος και οι διαδικασίες της πυροδότησαν, καθίσταται ακόμη πιο μεγάλη, αν συλλογιστούμε ότι όλα όσα πράττουμε ή αμελούμε, με τίμιες πράξεις, αγνές ή μη προθέσεις, θα ζυγιστούν κάποτε ενώπιον του Δίκαιου Κριτή. Ταυτόχρονα, όμως, όλα όσα προωθούμε ή αμελούμε, όλα όσα στηρίζουμε ή πολεμούμε, παραδίδονται καθημερινά σε κρίση∙ και η τελευταία δεν έχει να κάνει μόνο με το εάν θέλουμε ή μπορούμε, αλλά κυρίως και προπαντός με το εάν όλα όσα επιλέγουμε και υλοποιούμε υπηρετούν τις πραγματικές ανάγκες του λαού του Θεού, τις χρηστές προσδοκίες της κοινωνίας στην οποία ζούμε, αλλά και την εσχατολογική προοπτική του κόσμου όπου πορευόμαστε, με οδηγό την Εκκλησία, η οποία ‒καθώς η κεφαλή της‒ «ἐπισυνάγει», με άφατη στοργή, «τά νοσσία αὐτῆς» (Ματθ. 23,37) έως τέλους.

[1] Τα επίσημα κείμενα της Συνόδου δημοσιεύονται σε ειδική ιστοσελίδα του διαδικτύου υπό την διεύθυνση: https://www.holycouncil.org/home, εσχάτως δε κυκλοφορήθηκαν και σε έντυπη μορφή στον τόμο: Λόγος Συνόδου. Τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας-Κρήτη 2016 (Εισαγωγή: αρχιμ. Ευάγγελος Υφαντίδης/ Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Δεληκωσταντής). Αθήνα 2017.

[2] Η αποφυγή από κάποιους του όρου «εκκλησία», τον οποίον οι ίδιοι μέχρι πρόσφατα χρησιμοποιούσαν για τα ετερόδοξα συστήματα, και η αντ’ αυτού χρήση των προτεσταντικής προελεύσεως όρων «κοινότητα» και «ομολογία», ως βάση κάθε σχετικής συζητήσεως, μαρτυρούν βεβαίως όχι απλώς άγνοια αλλά και βαθύτατη υποκρισία.

http://www.amen.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: