Θεοφ. Ἐπίσκοπος Ἀρσινόης π. Νεκτάριος: «Ο Μοναχισμός στην Κύπρο»

ΜΟΝΑΣΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ

28-30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2012

Όπως διαβάσατε στο πρόγραμμα του Συνεδρίου, το θέμα που θα σας παρουσιάσουμε είναι η ιστορία του μοναχισμού στην Κύπρο. Η ομιλία μας θα ασχοληθεί με την εμφάνιση του μοναχισμού στο νησί από τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού, καθώς και την διαχρονική πορεία του μέχρι τις μέρες μας, και πιο συγκεκριμένα, μέχρι τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Σε διάφορες εργασίες που έχουν γίνει σχετικά με τον μοναχισμό στην Κύπρο, αναφέρεται συνήθως ως αφετηρία του η έλευση στο νησί του Μεγάλου Ιλαρίωνος, τον 4ο αιώνα. Αδιαμφισβήτητα, η παρουσία του μεγάλου αυτού ασκητή σφράγισε ανεξίτηλα την ιστορία του τόπου μας. Όμως, ο μοναχισμός μαρτυρείται στην Κύπρο από πολύ πιο νωρίς.

Οι Άγιοι Απόστολοι ζούσαν ζωή μοναχική και θα λέγαμε και κοινοβιακή. Επομένως, ερχόμενοι οι απόστολοι Παύλος, Βαρνάβας και Μάρκος στην μεγαλόνησο, μετέφεραν τον δικό τους τρόπο ζωής σ’ αυτούς που έγιναν μαθητές τους. Στον βίο του Αγίου Μνάσωνος επισκόπου Ταμασέων, αναφέρεται ότι όταν επέστρεψε στην Κύπρο από τα Ιεροσόλυμα με τον Θεόδωρο, συνάντησε τον Άγιο Ηρακλείδιο και τους Αποστόλους Παύλο, Μάρκο και Βαρνάβα και «έμενον πάντες εν τω σπηλαίω προσευχόμενοι, οι απόστολοι, συν Ηρακλειδίω, Μνάσωνι και Θεοδώρω με νηστείες και παννύχοις στάσεσι και ικέτευον τω Θεω να εξαλείψη τελείως από την Κύπρο την ειδωλολατρείαν, και έχαιρον καθ’ εκάστην ωσάν να ευρίσκοντο μέσα εις τον παράδεισον»[1]. Κατά τη διάρκεια του 1ου μ.Χ αιώνα, δύο μαθήτριες του Αποστόλου Παύλου, η Ζηναΐδα και η Φιλονίλλη, έζησαν ασκητικά σε ένα σπήλαιο στην Κισσόνεργα της Πάφου, όπου μέχρι σήμερα υπάρχουν τα ερείπια του ναού που κτίστηκε προς τιμή τους.

Ο μοναχισμός οργανώθηκε εξωτερικά μετά την κατάπαυση των διωγμών. Ουσιαστικά όμως, μοναχούς και ασκητές έχουμε χωρίς διακοπή και κατά την διάρκεια των διωγμών. Οι χριστιανικές κοινότητες, ζώντας μέσα στο ειδωλολατρικό περιβάλλον, ήταν απομονωμένες από τον δημόσιο βίο, το θέατρο και κάθε ψυχαγωγία, και η ζωή τους εξελισσόταν σε πολύ στενά πλαίσια. Αυτό είναι αρκετό για να μας πείσει για την μοναχική και ασκητική φύση της ζωής τους. Για τους χριστιανούς των πρώτων αιώνων η απάρνηση του κοσμικού φρονήματος αποτελούσε προϋπόθεση για τη σωτηρία τους. Από τον 4ο αιώνα και εξής, ο οργανωμένος μοναχισμός εξέφραζε το ίδιο ακριβώς ευαγγελικό μήνυμα[2]. Πρώτοι Χριστιανοί και μοναχοί έχουν εσχατολογικό προσανατολισμό και αγωνίζονται για την Βασιλεία των Ουρανών. Στην Κύπρο, όπως και στην Αίγυπτο, βλέπουμε να έχουν χρησιμοποιηθεί αρχαίοι ειδωλολατρικοί τάφοι, πιθανόν την εποχή των διωγμών, ως ασκητήρια. Αυτό μαρτυρείται από τα αρχαιολογικά ευρήματα στους λαξευτούς τάφους της Πάφου, σύμφωνα με τον γνωστό αρχαιολόγο Αθανάσιο Παπαγεωργίου[3].

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι προ της καθόδου του Ιλαρίωνος στο νησί, φαίνεται να άκμαζε γυναικείος μοναχισμός[4]. Στον Βίο του Αγίου Τριφυλλίου επισκόπου Λήδρας, υπάρχει η μαρτυρία, και ίσως είναι και η αρχαιότερη όσον αφορά τον οργανωμένο γυναικείο μοναχισμό στο νησί, ότι η μητέρα του Δομνίκη ήταν επικεφαλής γυναικείων μονών. «Φροντιστήριον δε δειμάμενος γυναιξί ταις προς μητρός δαπάναις είτα και ταύτην τα μοναστών υποδύναι πείσας, θεσμόν αμμάσιν, οποιανδηποτούν των μοναστριών κατ’ έρωτα δήθεν των ιερών τόπων απάρασαν της Βασιλίδος πόλεως κακείσε γενομένην ξενοδοχείσθαι μάλα ραδίως απιούσαν τε και επανιούσαν»[5].

Η άφιξη του Ιλαρίωνος, του μεγάλου ασκητή της Παλαιστίνης, στην Κύπρο, στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα, αποτελεί σημείο αναφοράς για την ιστορία του τοπικού μοναχισμού. Ο Όσιος έφτασε στην Κύπρο με τον μαθητή του Ησύχιο, σύμφωνα με τον ιστορικό της Τουρκοκρατίας Αρχιμανδρίτη Κυπριανό, κατόπιν πρόσκλησης του Αρχιερέα της Πάφου[6]. Στην αρχή παρέμεινε στην κατεστραμμένη, τότε, από σεισμούς, πόλη της Πάφου, αλλά σύντομα διαδόθηκε η φήμη του και αναγκάστηκε να αναζητήσει ησυχαστικότερο μέρος για να κατοικήσει. Έτσι, βρήκε ένα απόκρημνο βουνό και εγκαταστάθηκε σε ένα σπήλαιο, κοντά στο χωριό Επισκοπή. Το μέρος είναι γνωστό σαν «μούττη του Άη – Λαρκού». Μέρος του σπηλαίου όπου έζησε ο Άγιος, σώζεται μέχρι σήμερα. Ο Ιλαρίων παρέμεινε εκεί μέχρι τον θάνατο του το 371 περίπου. Μετά την κοίμησή του, το λείψανό του απήγαγε ο μαθητής του Ησύχιος, και προς θλίψη των Κυπρίων, το μετέφερε στην Παλαιστίνη[7]. Η κάθοδος του μεγάλου Ιλαρίωνος αποδεικνύει την επίδραση του παλαιστινιακού μοναχισμού στην Κύπρο από νωρίς.

Μεγάλη προσφορά του Ιλαρίωνος προς το νησί αποτελεί και η μεσολάβησή του για να λάβει τον εκκλησιαστικό θρόνο της Κύπρου ο μαθητής του Επιφάνιος. Ο Επιφάνιος, ο πατήρ του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Κύπρου, όπως τον αποκαλεί ο μακαριστός π. Παύλος Εγγλεζάκης[8], πρόσφερε τα μέγιστα στην Εκκλησία της Κύπρου αλλά και στον μοναχισμό του νησιού. Καταγόταν από την Βησανδούκη της Παλαιστίνης και έζησε από το 315-403. Μετά από μακρά θητεία στον Αιγυπτιακό μοναχισμό, επέστρεψε στην γενέτειρά του και ίδρυσε μονή. Κατόπιν, αναζητώντας τον δάσκαλό του, Ιλαρίωνα τον Μέγα, κατέπλευσε στην Κύπρο και εκλέχθηκε ακούσια επίσκοπος Κωνσταντίας. Επί των ημερών του η Κύπρος κατέστη ένα από τα νευραλγικότερα κέντρα της χριστιανικής οικουμένης[9]. Η προσφορά του στον μοναχισμό υπήρξε μεγάλη, διότι ο Επιφάνιος, σύμφωνα με τον Εγγλεζάκη «δυναται να νοηθεί μόνος, πρώτως και κυρίως, ως μοναχός»[10]. Διακρίθηκε για την φιλοπτωχία του, την απλότητά του, το θαυματουργικό του χάρισμα και την αυστηρότητα του βίου του. Εργάστηκε δε, εναντίον των αιρέσεων και ενίσχυσε τον μοναχισμό στην Κύπρο και στο εξωτερικό.[11] Σύμφωνα με σύγχρονή του μαρτυρία, όχι μόνο από την Συρία αλλά από όλη την γη έρχονταν μοναχοί και εγκαθίσταντο στην Κύπρο για να τεθώσιν υπό την πνευματική του καθοδήγηση. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι περιφανή πρόσωπα απέστελλαν εισφορές προς ενίσχυση των εν Κύπρω Μονών, όπως η εκ Κωνσταντινουπόλεως Ολυμπιάς, η διακόνισσα του αργότερα αδικηθέντος υπό του Αγίου Επιφανίου, Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου[12].

Τον 4ο αιώνα η Ρωμαία αριστοκράτης και μετέπειτα αγία, η Παύλα, εμφανίστηκε στο προσκήνιο της ιστορίας του μοναχισμού της Κύπρου. Η Παύλα σχετιζόταν με τον μοναχισμό της Ανατολής και διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο τόσο στην Κύπρο όσο και στα Ιεροσόλυμα. Στο νησί συνδέθηκε με τον Άγιο Φίλωνα, τον οποίο ο Επιφάνιος χειροτόνησε επίσκοπο Καρπασέων. Δια του Φίλωνος γνωρίστηκε με τον Επιφάνιο. Η Παύλα, μετά τον θάνατο του συζύγου της, ζούσε ως μοναχή, και σε κάποιο ταξίδι της επισκέφθηκε την Κύπρο για να γνωρίσει από κοντά τον μοναχισμό του τόπου.[13] Αυτό ενισχύει την άποψη για την ακμή του μοναχισμού την εποχή του Αγίου Επιφανίου.

Σύμφωνα με την παράδοση, στον 4ο αιώνα ανάγεται και η ίδρυση Μονών στην Κύπρο όπως του Σταυροβουνίου, των Ιερέων στην Πάφο, του Τιμίου Σταυρού Ομόδους και του Αγίου Νικολάου των γάτων. Η ίδρυση της Μονής Σταυροβουνίου συνδέεται με την Αγία Ελένη η οποία δώρισε στο μοναστήρι τεμάχιο από τον Τίμιο Σταυρό. Στην Μονή Ομόδους χάρισε μέρος της καννάβου με την οποία δέθηκε ο Χριστός. Όσον αφορά την Μονή των Ιερέων, η παράδοση αναφέρει ότι κτίστηκε από τούς Αγίους Ευτύχιο και Νικόλαο Επίσκοπο Μύρων της Λυκίας. Τον 18ο αιώνα, ο Εφραίμ ο Αθηναίος βρήκε χειρόγραφο που αναφέρεται στους Κτήτορες της Μονής και γράφει τα εξής «Και καθάπερ φασίν τω Μωυσεί εδόθη βοηθός ο Ααρών, ούτω και τω Ευτυχίω εδόθη ο συστρατιώτης Νικόλαος, μετ’ αυτού γάρ τον ναόν της ακαθάρτου θεάς κατέβαλε, και κάλλιστον τέμενος της αγίας Θεοτόκου ανήγειρεν, και εκ των λίθων της θεομάχου και ακαθάρτου θεάς, τον ορώμενον άγιον οίκον ωκοδόμησαν. Ευτύχιος μεν τους λίθους ήνεγκεν Νικόλαος δε ελαξεύσατο, και αμφότεροι ωκοδόμησαν και η Θεοτόκος αγνή και αμόλυντος ενοίκησεν. Νικόλαος της Λυκίας την προεδρίαν εμπιστεύεται ο δε μακάριος Ευτύχιος ενταύθα κατέμεινεν εν τοις πόνοις των καρπών αυτού αγαλλόμενος»[14].

Κατά τον 5ο αιώνα, χαρακτηριστικά παραδείγματα ασκητών είναι οι αυτάδελφοι Άγιοι Αρκάδιος και Θεοσέβιος. Ο μεν Αρκάδιος διετέλεσε επίσκοπος Αρσινόης και ανήγειρε μοναστήρι, του οποίου τα θεμέλια σώζονται μέχρι σήμερα εντός του δάσους Πάφου. Ο δε Θεοσέβιος ήταν βοσκός και επέλεξε έναν πιο ακραίο τρόπο άσκησης: παντρεύτηκε, αλλά έζησαν εκ συμφώνου με την συμβία του παρθενικό βίο. Δεν υπάρχουν δυστυχώς αρκετά στοιχεία για τους Αγίους αυτούς, εκτός από τους εγκωμιαστικούς λόγους του Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου.

Τον ίδιο αιώνα, ένας σημαντικός επισκέπτης ήλθε να εμπλουτίσει την μοναστική ιστορία της νήσου. Ο Άγιος Γεννάδιος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, αφού παραιτήθηκε από τον θρόνο του, κατέπλευσε στην Κύπρο με έναν άλλο ασκητή, τον Νείλο, προς αναζήτηση του τόπου άσκησης του Ιλαρίωνος του Μεγάλου. Πέθανε από το ψύχος και ενταφιάστηκε σε μια περιοχή κοντά στο ασκητήριο του Ιλαρίωνα, που ονομάζεται «μωρόν νερό».Στην περιοχή υπάρχει αρχαίο εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Γεννάδιο, όπου πρόσφατα άρχισαν εργασίες αναστύλωσης.

Σημαντικό γεγονός στον 5ο αιώνα αποτελεί η ίδρυση της Μονής του Αποστόλου Βαρνάβα, στον χώρο όπου βρέθηκε το λείψανό του, κοντά στην αρχαία Σαλαμίνα. Την μονή έκτισε το 488 ο Αρχιεπίσκοπος Ανθέμιος με χορηγία του αυτοκράτορα Ζήνωνα, μετά που ο πρώτος χάρισε στον δεύτερο το χειρόγραφο ευαγγέλιο του Ματθαίου που βρέθηκε πάνω στο σκήνωμα του Βαρνάβα. Το γεγονός αυτό, ως γνωστό, συνδέεται με την επικύρωση του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Κύπρου[15].

Η Κύπρος βρισκόταν άρρηκτα ενταγμένη στο μοναστικό δίκτυο της Μέσης Ανατολής, δηλαδή Μικράς Ασίας, Παλαιστίνης, Συρίας και Αιγύπτου. Γι’ αυτό και τον έβδομο αιώνα την επισκέφθηκε ο συγγραφέας του Λειμωναρίου, Ιωάννης Μόσχος και περιέλαβε στο βιβλίο του ιστορίες από τον μοναχισμό του νησιού. Ο Μόσχος μας δίνει στοιχεία μέσα από την ιστορία για κάποιον Ισίδωρο, μονοφυσίτη, που μετά από μία ασεβή πράξη του εγκατέλειψε την πλάνη του και ήλθε σε μοναστήρι της Κύπρου να μετανοήσει. Μας πληροφορεί για την ύπαρξη της Μονής του Φιλοξένου στο ακρωτήριο Δάδαι στην περιοχή της σημερινής Δεκέλειας κοντά στην Λάρνακα. Μας λέει ακόμη ότι έρχονταν στην Κύπρο να μονάσουν και από άλλα μέρη, όπως ο πιο πάνω μοναχός[16].

Ο μονοφυσίτης μοναχός που, όπως προαναφέρθηκε, επέλεξε την Κύπρο ως τόπο μετανοίας, δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση στην εποχή του. Οι πηγές αναφέρουν ότι τον 7ο αιώνα κατέφευγαν στην Κύπρο μονοφυσίτες μοναχοί από την Συρία, για τον φόβο της Περσικής κατάκτησης. Είναι αξιοσημείωτο ότι κάποιοι επέστρεψαν στην Ορθοδοξία, μετά από την εμφάνιση στον ύπνο τους του Αγίου Επιφανίου Κύπρου. Μια τέτοια ιστορία διασώζει η διήγηση των νεστοριανών, γνωστή ως χρονικό του Σεερτ, που μιλά για κάποιον μοναχό Γρηγόριο, καθώς και το έργο του Ιωάννου Ρούφου Περί τινος εμφανίσεως του Αγιου Επιφανίου, που βρίσκεται στην Patrologia Orientalis[17].

Τον 7ο αιώνα ξεχωρίζει και μία ομάδα Κυπρίων μοναχών που διακρίθηκαν στην συγγραφή αγιολογικών έργων. Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται ο Πάφου Θεόδωρος, ο οποίος χρημάτισε μοναχός στην Μονή Συμβούλου Χριστού και συνέγραψε τον βίο του Αγίου Σπυρίδωνος, ο Αρκάδιος, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, που συνέγραψε τον βίο του Αγίου Συμεών του Θαυμαστορείτου, ο μοναχός Αλέξανδρος που έγραψε εγκώμιο στον Απόστολο Βαρνάβα, ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων που συνέγραψε τον βίο του Αγίου Τύχωνος Αμαθούντος, καθώς και ο μαθητής του Λέοντιος Νεαπόλεως που συνέγραψε τον βίο του Αγίου Ιωάννου και του Συμεών του δια Χριστόν Σαλού[18].

Ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου αναφέρει ότι σύμφωνα με τις πηγές και τα αρχαιολογικά ευρήματα, στον συγκεκριμένο αιώνα μπορεί να καταρτιστεί κατάλογος των μοναστηριών που λειτουργούσαν στην Κύπρο[19]. Σ’ αυτά να προσθέσουμε και τις δύο μονές που ίδρυσε ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων στην Αμαθούντα. Ακόμη, ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης στα Διηγήματά του, μνημονεύει την ύπαρξη μοναχών στην περιοχή Κωνσταντίας (Αμμοχώστου), εγκλείστων και στυλίτων[20]. Η ύπαρξη των τελευταίων αποτελεί δείγμα της εισροής στην Κύπρο συριακών μορφών ασκήσεως. Μέχρι σήμερα, το όνομα ενός κατεχόμενου χωριού της Αμμοχώστου, οι Στύλλοι, θυμίζει την ύπαρξη μοναχών στην περιοχή που ασκούνταν με την ακραία αυτή μορφή ασκήσεως.

Οι αραβικές επιδρομές (648-965) και οι πληθυσμιακές μετακινήσεις στην Ιουστινιανούπολη και τη Συρία, επέφεραν πλήγμα στον μοναχισμό της Κύπρου. Τον 8ο αιώνα η κατάσταση βελτιώθηκε, όταν η Κύπρος τελούσε υπό το καθεστώς της συγκυριαρχίας ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Άραβες. Είναι σημαντικό ότι οι κάτοικοι του νησιού γλίτωσαν από τον εξισλαμισμό. Οι αραβικές επιδρομές αποτέλεσαν εμπόδιο για την ανάπτυξη του κοινοβιακού μοναχισμού, αφού πολλά μοναστήρια καταστράφηκαν από τους επιδρομείς[21]. Αναπτύχθηκε, όμως, ο αναχωρητισμός και πολλά ασκητήρια εμφανίστηκαν.

Με την περίοδο που εξετάζουμε σχετίζεται και το θέμα των τρακοσίων Αλαμάνων ασκητών που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. Ο Λεόντιος Μαχαιράς στο Χρονικό του αναφέρει τα εξής: «Όνταν οι Σαρακηνοί επήραν την γην της επαγγελίας, τότε εβγήκαν οι πτωχοί οι χριστιανοί απού εγλιτώσαν και επήγαν όπου ηύραν καταφύγιν, ήσαν αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, ιερείς και λαϊκοί και επήγαν όπου εφτάσαν. Και ήρταν και εις την περίφημον Κύπρον μία συντροφία οπού ήσαν τ(300) ονομάτοι, και γροικώντας ότι Έλληνες εφέντευγαν τον τόπον, δια τον φόβον επήγαν εις το ένα μέρος και εις το άλλον, και εσγάψαν την γην και εμπήκαν μέσα, και επροσεύχουνταν τω Θεώ.(…) Και εποθάναν εις το αυτόν νησσίν, και πολλοί εξ αυτών εφανερώθησαν δι’ αγγέλου, άλλοι δια τα θαυμαστά θαύματα»[22].

Το θέμα των Αλαμάνων ασκητών, των οποίων πράγματι παγκύπρια υπάρχουν ασκητήρια, απασχόλησε αυτούς που ασχολήθηκαν με την αγιολογία της Κύπρου. Διατυπώθηκαν πολλές εικασίες για τον τόπο προέλευσης τους και για τον πραγματικό τους αριθμό. Όμως, η εισήγηση του Μητροπολίτη Μόρφου στο Α΄ Διεθνές Συνέδριο Αγιολογίας στην Μητρόπολη Κωνσταντίας, διαφωτίζει εκτενέστερα το ζήτημα. Υποστηρίζει ότι οι ασκητές αυτοί προέρχονται από το όρος Αμανός που σήμερα βρίσκεται στα όρια της Τουρκίας, αλλά παλαιότερα ανήκε στην Βόρεια Συρία. Είναι ένα φυσικό σύνορο Μικράς Ασίας και Βορείου Συρίας. Το όρος αυτό υπήρξε μοναστικό κέντρο από τον 6ο μέχρι τον 13ο αιώνα, με μία παύση κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών[23].

Την περίοδο όμως αυτή, μοναχοί αναγκάζονται να καταφύγουν στην Κύπρο όχι μόνο για τον φόβο των Αράβων, αλλά και των εικονομάχων. Την περίοδο της εικονομαχίας, η Κύπρος υπήρξε καταφύγιο, αλλά και τόπος εξορίας διωκόμενων μοναχών. Τα αρχαία ψηφιδωτά και τοιχογραφίες που σώθηκαν στην Κύπρο, παρά τις καταστροφές από τις επιδρομές των Αράβων, μαρτυρούν ότι στο νησί διατηρήθηκε η τιμή των εικόνων. Μεταξύ αυτών που έρχονται στο νησί είναι ο Άγιος Πέτρος της Ατρώας και ο Άγιος Κωνσταντίνος ο εξ Ιουδαίων, μοναχός στον Όλυμπο της Βιθυνίας, που προσκλήθηκε εν οράματι, από τον Άγιο Σπυρίδωνα να καταφύγει στην Κύπρο. Σημαντικό για τον κυπριακό μοναχισμό είναι το γεγονός του αναθεματισμού του Κυπρίου μοναχού Γεωργίου, μαζί με τον Ιωάννη Δαμασκηνό και τον Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως, από την εικονομαχική σύνοδο της Ιέρειας[24].

Με την ανάκτηση της Κύπρου από τους Βυζαντινούς το 965, δημιουργήθηκαν ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη του μοναχισμού. Σημαντικό γεγονός στον 10ο αιώνα αποτελεί η επίσκεψη και η παραμονή για ένα χρονικό διάστημα στην Μονή των Ιερέων στην Πάφο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου.

Τους 11ο και 12ο αιώνες οικοδομήθηκαν πολλές σημαντικές μονές στην Κύπρο με δωρεές βυζαντινών διοικητών. Αναφέρουμε ενδεικτικά την Μονή του Αγίου Νικολάου της Στέγης στις αρχές του 11ου και του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή στο τέλος του αιώνα. Στον όψιμο 11ο αιώνα, επίσης, έχουμε την ανοικοδόμηση της μεγαλύτερης Μονής της Κύπρου, της Μονής του Κύκκου, η οποία προικοδοτήθηκε από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ τον Κομνηνό με χρήματα, αλλά και με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Η ίδρυσή της συνδέεται με τον ασκητή Ησαΐα, ο οποίος θεράπευσε έναν αξιωματούχο, τον Μανουήλ Βουτουμίτη, όπως και την κόρη του αυτοκράτορα αργότερα, και για τις θεραπείες αυτές επιχορηγήθηκε η ανοικοδόμηση της μονής, η οποία έμελλε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ιστορία του τόπου.

Στο τέλος του 11ου αιώνος έχουμε και την ίδρυση της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στον Κουτσοβέντη. Η Μονή αυτή, με κτήτορα τον μοναχό Γεώργιο, συνδέεται με την Αντιόχεια και την Παλαιστίνη. Σύμφωνα με τον Τ. Παπακώστα, η συνοδεία που επάνδρωσε την Μονή του Κουτσοβέντη, συστάθηκε πρώτα στην Παλαιστίνη, από πρόσφυγες μοναχούς που έφυγαν από την Αντιόχεια, μετά την κατάληψή της από τους Σελτζούκους το 1084[25]. Την περίοδο αυτή, αλλά και λίγο αργότερα, είναι γεγονός στην Κύπρο η δημιουργία μοναστηριών από μοναχούς της συροπαλαιστινιακής ενδοχώρας. Ακόμη, και η γεωργιανή μονή στην Γιαλιά της Πάφου, της οποίας η ίδρυση τίθεται στο τέλος του 10ου αιώνα, συνδέεται με τις γεωργιανές μοναστικές κοινότητες που υπήρχαν στην Αντιόχεια την εποχή εκείνη. Συνάμα, και η Μονή της Ασίνου φαίνεται να έχει σχέσεις με την Μονή του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη[26].

Η μονή του Κουτσοβέντη, παρόλο που δεν έχει μελετηθεί μέχρι σήμερα όσο πρέπει, είναι σίγουρο ότι υπήρξε σημαντικό μοναστικό κέντρο, αφού απ’ αυτήν πέρασαν, μεταξύ άλλων, ο Θεόκτιστος Ηγούμενος Πάτμου (12ος αιώνας), ο Νεόφυτος ο Έγκλειστος και ο Ιωάννης Θ΄ Πατριάρχης Ιεροσολύμων[27]. Να αναφέρουμε επίσης ότι ηγούμενος χρημάτισε και ο αδελφός του Αγίου Νεοφύτου, Ιωάννης. Θα μπορούσαν να λεχθούν πολλά περισσότερα για την Μονή αυτή, αλλά δεν θα επεκταθώ περισσότερο.

Τον 12ο αιώνα ιδρύθηκε η Μονή Μαχαιρά, με κτήτορες δύο μοναχούς από την Παλαιστίνη, με χορηγία του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού και διάταγμα για αναγνώρισή της ως σταυροπηγιακής. Πρώτος ηγούμενος μνημονεύεται ο Νείλος, ο οποίος έγραψε και τυπική διάταξη για τη λειτουργία της. Και αυτή, όπως και τα άλλα δύο σταυροπήγια, Κύκκου και Αγίου Νεοφύτου, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην ιστορία της Εκκλησίας Κύπρου. Την ίδια, περίπου, περίοδο χτίστηκε και η Μονή της Χρυσορογιάτισσας, της Παναγίας του Άρακα, του Προδρόμου στον Μέσα Ποταμό, του Αντιφωνητή στην Καλογραία, της Παναγίας Αμασγούς και πολλών άλλων[28].

Ορόσημο στον 12ο αιώνα αποτελεί ο Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος. Ο ίδιος ήταν ερημίτης, αρχικά στην εγκλείστρα που λάξευσε ο ίδιος, και αργότερα ηγούμενος στο κοινόβιο που αναπτύχθηκε γύρω από την εγκλείστρα του. Όπως λέει ο πατήρ Παύλος Εγγλεζάκης την «εξοχωτέραν μεταξύ των Κυπρίων μοναστικών συγγραφέων θέσιν αναμφιβόλως κατέχει ο όσιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος»[29].

Την εποχή της Φραγκοκρατίας και της Ενετοκρατίας (1191-1571), συνέχισαν να υπάρχουν μοναστήρια στην Κύπρο, αλλά και αυτά, όπως και η υπόλοιπη Εκκλησία του νησιού, υπόκειντο στην πίεση και στον έλεγχο της Λατινικής Εκκλησίας[30]. Το 1196, με παπικό σιγίλιο, επικυρώθηκαν τα δικαιώματα της Λατινικής Αρχιεπισκοπής Λευκωσίας. Από τότε ξεκίνησε συντονισμένη προσπάθεια[31] ελέγχου της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τους Καθολικούς. Το 1222 νέα αντιορθόδοξα μέτρα των Φράγκων φεουδαρχών όρισαν ότι κανείς δεν θα μπορεί να εκλέγεται ηγούμενος σε Ορθόδοξο Μοναστήρι ή να γίνεται μοναχός, αν δεν έχει την συγκατάθεση του τοπικού φεουδάρχη και την έγκριση του τοπικού Λατίνου Επισκόπου[32]. Η καταδυνάστευση της Εκκλησίας από τους Λατίνους εξελίχθηκε σε διωγμό, με κορύφωση το μαρτύριο των δεκατριών μοναχών της Μονής Κανταρας. Ο πυρήνας των μοναχών αυτών προερχόταν από το Καλόν Όρος, το οποίο κάποιοι τοποθετούν στην Αττάλεια[33], άλλοι δε το ταυτίζουν με το Άγιον Όρος[34]. Οι μοναχοί αυτοί μαρτύρησαν υπερασπιζόμενοι την τήρηση του Ορθόδοξου τυπικού στην Θεία λειτουργία. Για την ορθόδοξη πίστη τους, τούς βασάνισαν και τους έριξαν στην φωτιά.

Τους Ενετούς διαδέχθηκαν οι Οθωμανοί Τούρκοι. Η περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε από το 1571 μέχρι το 1878, οπότε εκχωρήθηκε το νησί στους Άγγλους. Τα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν δύσκολα και πολλές Μονές λεηλατήθηκαν και άλλες μετατράπηκαν σε τεμένη. Πολλών μοναστηριών δημεύτηκε η περιουσία και υποχρεώθηκαν να την ξαναγοράσουν. Το θετικό στην περίοδο αυτή, όσον αφορά τον μοναχισμό, είναι ότι η Μονή Σταυροβουνίου που κατελήφθη από τους Λατίνους, επανήλθε στα χέρια των Ορθοδόξων[35]. Την περίοδο αυτή κάποιες Μονές εγκαταλείφθηκαν μη αντέχοντας το βάρος της φορολογίας και άλλες διαλύθηκαν κάτω από το βάρος της οικονομικής ανέχειας. Εντούτοις, την περίοδο αυτή έχουμε, για λόγους που σχετίζονταν με τη φορολογία, και την ανακαίνιση Μονών, όπως του Αποστόλου Ανδρέα, του Αγίου Παντελεήμονα στην Μύρτου, της Μονής Μαυροβουνίου το 1722 στην Λάρνακα και άλλων.

Τα μοναστήρια της περιόδου αυτής δεν βλάστησαν στην Κύπρο τότε ανθρώπους όπως στην Ελλάδα τον Κοσμά τον Αιτωλό, τον Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον Μακάριο Νοταρά και άλλους. Όμως, έδωσαν τρεις νεομάρτυρες και έναν όσιο ιεράρχη, τον Άγιο Πανάρετο. Το 1735 και το 1775 οι Αρχιεπίσκοποι Φιλόθεος και Χρύσανθος αντίστοιχα, εξέδωσαν επιστολές, σε μια προσπάθειά τους να βοηθήσουν στην αναγέννηση του μοναχισμού και την επιστροφή των μοναχών σε παραδοσιακές μορφές μοναχισμού. Από τις εγκυκλίους τους εξάγεται το συμπέρασμα ότι εκκοσμικεύτηκε ο μοναχισμός και είχε, επίσης, παρεκτραπεί από τον σκοπό του. Εκφράστηκε η γνώμη ότι πίσω από τις εγκυκλίους αυτές στεκόταν ο Άγιος Πανάρετος Πάφου. Επί των ημερών των δύο προαναφερθέντων αρχιεπισκόπων εκδόθηκαν βιβλία όπως τα έργα του Αγίου Νεοφύτου και του Εφραίμ του Αθηναίου, με σκοπό να επαναφέρουν τους μοναχούς στις ρίζες τους[36]. Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος εξέδωσε τις ακολουθίες Κυπρίων Αγίων στην Βενετία. Οι δε εγκύκλιοί του έχουν μεγάλο βάθος νοημάτων, που ο Εγγλεζάκης γράφει ότι η πνευματικότητα του Χρυσάνθου και της Συνόδου του είναι λειτουργική, μυστηριακή και ασκητική, δηλαδή κατά πάντα ορθόδοξη[37]. Τέλος πρέπει να πούμε ότι αν τα μοναστήρια υστέρησαν, όσον αφορά τα πνευματικά, την περίοδο αυτή, εντούτοις, πρόσφεραν στον πολιτισμικό τομέα (γράμματα, τέχνες, καλλιέργεια γης) και στον εθνικό. Έχει λεχθεί ότι στον τομέα αυτό η προσφορά τους εγγίζει την καρδιά την ίδια της επιβίωσης του ελληνισμού στο νησί.[38]

Η αναγέννηση του μοναχισμού στην Κύπρο ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνος από το Άγιον Όρος, με την εγκατάσταση στην Μονή Σταυροβουνίου του Κύπριου αγιορείτη μοναχού Διονυσίου. Το 1910 ενθρονίστηκε, από τον τότε Μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιο Μεταξάκη, πρώτος ηγούμενος ο Βαρνάβας, ο οποίος ήταν αγιορείτης που μόνασε στην Μονή Καρακάλλου. Το αυστηρό Κοινόβιο έφτασε να έχει εξήντα αδελφούς. Πολλοί πατέρες έφτασαν σε ύψη αρετής και πολύς κόσμος εμπνεόταν από την αγιότητά τους. Από εκεί αναδείχτηκαν σπουδαίοι πνευματικοί, όπως ο γνωστός παπά-Κυπριανός, ο οποίος τελούσε την θεία Λειτουργία με πολλά δάκρυα, ενώπιον του Αγίου Θυσιαστηρίου[39]. Το 1939 ο μοναχισμός μεταφυτεύεται από το Σταυροβούνι στην Μονή Τροοδιτίσης και έτσι αποκτά η Κύπρος την περίοδο εκείνη ακόμη ένα Κοινόβιο με ασκητικό μοναστικό πρόγραμμα.

Το 1948 άρχισε και η αναγέννηση του γυναικείου μοναχισμού, ο οποίος είχε εκλείψει στην Κύπρο την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πνευματικός καθοδηγητής των Κυπρίων μοναζουσών υπήρξε ο παπά-Μακάριος της Μονής Σταυροβουνίου. Ο Άγιος Γεώργιος ο Αλαμάνος, ήταν η πρώτη μονή που καθιερώθηκε ως γυναικεία από τον τότε Μητροπολίτη Κιτίου και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Μακάριο τον Γ΄[40]. Πρέπει εδώ να πούμε ότι το μοναστήρι αυτό αποτέλεσε την κοιτίδα δημιουργίας των περισσότερων γυναικείων Μονών της Κύπρου. Ακόμη, δεν πρέπει να παραλείψουμε να σημειώσουμε την μεγάλη στήριξη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στον γυναικείο μοναχισμό. Οι παλαιές μοναχές ενθυμούνται με πολλή συγκίνηση το ενδιαφέρον και την αγάπη με την οποία τις περιέβαλλε, καθώς και την αμέριστη στήριξη και βοήθεια που τους παρείχε.

Πολλά θα μπορούσαν να λεχθούν ακόμη για τον μοναχισμό της Κύπρου, αλλά λόγω του περιορισμένου χρόνου θα σταματήσουμε εδώ. Δεν μιλήσαμε για τη σύγχρονη κατάστασή του, ακόμη δεν μιλήσαμε για τους μοναχούς που ασκούνται εκτός Κύπρου, αλλά δεν παύουν να αποτελούν μέρος της πατρίδας τους. Δεν μιλήσαμε διεξοδικά για την προσφορά του μοναχισμού στην ιεραρχία της Εκκλησίας της Κύπρου και vice versa. Θα καταλήξω με το εξής:

Η Κύπρος πέρασε από πολλούς κατακτητές και λίγο καιρό έζησε ελεύθερη. Το σημαντικό όμως είναι ότι η Εκκλησία παρέμεινε ζωντανή και ο μοναχισμός στο νησί συνεχίζει αδιάκοπα να υπάρχει μέχρι σήμερα. Και όπως λέει ο π. Παύλος Εγγλεζάκης «όλους αυτούς τους αιώνες παρά τίς λεπτομέρειες, παρά τις διακοπές, παρά τα χάσματα, βρισκόμαστε στην ίδια ατμόσφαιρα, τον ίδιο χώρο, την ίδια γλώσσα, το ίδιο κλίμα, την ίδια απλή θρησκευτικότητα, το φιλάνθρωπο πνεύμα, την αποχή από τα άκρα, την αγάπη των αγίων, την ίδια γλυκυθυμία των γνησίων Κυπρίων»[41].


[1] Ι. Χακκετ. Ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου, Εν Πειραιεί, 1927, σελ.199.

[2] A. Shmemann. The historical road of eastern orthodoxy, St. Vladimir’s Seminary Press, NY, 1977. σελ.106.

[3] Α. Παπαγεωργίου. Ιερά Μητρόπολις Πάφου, Ιστορία και Τέχνη, Λευκωσία 1996,σελ 23.

[4] Ο γυναικείος μοναχισμός ήταν ανεπτυγμένος και υπήρχε αδιάσπαστα μέχρι την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ειδικά στην Φραγκοκρατία – Ενετοκρατία, υπήρχαν πολλά γυναικεία μοναστήρια στη Λευκωσία. Δεν έχουμε όμως, περαιτέρω πληροφορίες.

[5] AnalectaBollandiana 66 (1948), σελ 11-26.

[6] Αρχιμ. Κυπριανού, Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου, Εκδ. Επιφανίου, Λευκωσία 2001, σελ 524.

[7] Λ. Φιλίππου, Η εν Κύπρω διαμονή και ο θάνατος Ιλαρίωνος του Μεγάλου, Κυπριακαί Σπουδαί 4, 1942, σελ. 33-34.

[8] Αρχιμ. Παύλου Εγγλεζάκη, Είκοσι μελέται δια την Εκκλησία της Κύπρου, Ίδρυμα Α.Γ. Λεβέντη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήναι 1996, σελ. 57.

[9] Ο.π., σελ. 60.

[10] Ο.π., σελ. 61.

[11] Θ. Παπαδοπούλλου, Ιστορία της Κύπρου, τόμος Γ, Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ, Λευκωσία 2005, σελ. 116.

[12] Αρχιμ. Παύλου Εγγλεζάκη, Είκοσι μελέται δια την Εκκλησία της Κύπρου,Ιδρυμα Α.Γ. Λεβέντη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθηναι 1996,σελ. 62.

[13] Γ. Χριστοδούλου,Η συμβολή της Ρωμαικής αριστοκρατίας στην εξέλιξη του αρχαίου μοναχισμού της ανατολής, Καρπασία- Πρακτικά Α΄Επιστημονικού Συνεδρίου, 2010.

[14] Α. Παπαγεωργίου. Ιερά Μητρόπολις Πάφου, Ιστορία και Τέχνη, Λευκωσία 1996, σελ. 24.

[15] Ε. Χεμίκογλου, Ιουστίνου ιερομ., Τα μοναστήρια της Κύπρου, Άγιον Όρος, σελ. 86-87.

[16] E. Xρυσού, Από την Ιστορία του μοναχισμού στην Κύπρο τον 7ο αιώνα, Επετηρίδα Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου 4, Λευκωσία 1999.

[17] E. Xρυσού, Από την Ιστορία του μοναχισμού στην Κύπρο τον 7ο αιώνα, Επετηρίδα Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου 4, Λευκωσία 1999.

[18] Ο.π., σελ. 208-209.

[19] Α. Παπαγεωργίου, Η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου, Λευκωσία 1995, σ.xxvii. Οι μονές που αναφέρονται είναι: μονή του Συμβούλου, του Αποστόλου Βαρνάβα, των Ιερέων, του Αγίου Αντωνίου, Σταυροβουνίου, Στύλου, Αγρού, του Αγίου Γεωργίου του Ορειάτη και τα ασκητήρια Φύλλερι, Κρεμμουχά, στην κορυφή Κόρνος Πενταδακτύλου και στις περιοχές Μαχαιρά και Κύκκου.

[20] E. Xρυσού, Από την Ιστορία του μοναχισμού στην Κύπρο τον 7ο αιώνα, Επετηρίδα Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου 4, Λευκωσία 1999, σελ. 209.

[21] Α. Παπαγεωργίου, Σύντομος Ιστορία της Εκκλησίας της Κύπρου, Λευκωσία 1962, σελ. 31-32.

[22] Α. Παυλίδη (επιμ), Λεοντίου Μαχαιρά Χρονικόν, εκδ. Φιλόκυπρος, Λευκωσία 1995 σ.σ. 1365-1367.

[23] Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου, Η πνευματική ενδοχώρα των Κυπρίων, Εισήγηση στο Α΄ Διεθνές Συνέδριο Κυπριακής Αγιολογίας της Ιεράς Μητρόπολης Κωνσταντίας- Αμμοχώστου, 2012.

[24] Αρχιμ. Παύλου Εγγλεζάκη, Είκοσι μελέται δια την Εκκλησία της Κύπρου, Ίδρυμα Α.Γ. Λεβέντη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθηναι 1996, σελ. 84-85.

[25] T. Papakostas, The History and Architecture of the Monastery of Saint John Chrysostomos at Koutsoventis, Cyprus, Dumbarton Oaks Papers 61,2007, 40.

[26] Ο.π., σελ 42.

[27] Ο.π.π.,σελ.48,51

[28]. Ε Χεμίκογλου,Ιουστίνου ιερομ., Τα μοναστήρια της Κύπρου, Άγιον Όρος, σελ.24-25

[29] Αρχιμ. Παύλου Εγγλεζάκη, Είκοσι μελέται δια την Εκκλησία της Κύπρου, Ίδρυμα Α.Γ. Λεβέντη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθηναι 1996,σελ.153

[30] Στον βίο των 13 μαρτύρων της Καντάρας αναφέρονται δύο μονές την Λευκωσία. Η Μεγάλη μονή που ήταν γυναικεία που είναι ανεξακρίβωτο ποια μονή ήταν και επίσης η μονή των Μαγγάνων.

[31] Θ. Παπαδόπουλου, Ιστορία της Κύπρου, τόμος Δ΄, Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, Λευκωσία 1995, σελ 551

[32] Ο.π., σελ. 559.

[33] Ο.π., σελ. 571.

[34] Ε Χεμίκογλου, Ιουστίνου ιερομ., Τα μοναστήρια της Κύπρου, Άγιον Όρος, σελ. 27.

[35] Ο.π., σελ. 34.

[36] Αρχιμ. Παύλου Εγγλεζάκη, Είκοσι μελέται δια την Εκκλησία της Κύπρου, Ίδρυμα Α.Γ. Λεβέντη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθηναι 1996,σελ. 344-350.

[37] Ο.π., σελ. 347.

[38] Ο.π., σελ. 349.

[39] Ο.π., σελ. 605.

[40] Ο.π.π.,σελ 606

[41] Ο.π.π., σελ 101

ΠΗΓΗ: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s