Βαρθολομαίος: «Ουδείς έχει να φοβηθεί από την επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης»

Ιερώτατοι άγιοι αδελφοί,
Ιερώτατε άγιε Καθηγούμενε  της Ιεράς ταύτης Μονής Μητροπολίτα Προύσης κύριε Ελπιδοφόρε,
Εντιμότατε κύριε Γενικέ Πρόξενε της Ελλάδος,
Εντιμολογιώτατοι Άρχοντες,
Ελλογιμώτατοι κύριοι Καθηγηταί,
Αγαπητοί πατέρες, αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω,

Η τελεσθείσα σήμερον εόρτιος Θεία Λειτουργία εις το Ιερόν τούτο Σταυροπήγιον, το πηχθέν προ δώδεκα περίπου αιώνων υπό του σήμερον εορταζομένου Ιερού Φωτίου του Ομολογητού, του Μεγάλου εκ των εν Αγίοις προκατόχων της ημετέρας Μετριότητος εις τον πανίερον Πατριαρχικόν και Αποστολικόν Οικουμενικόν Θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως, έχει ιδιαιτέραν εκκλησιολογικήν και θεολογικήν σημασίαν, ως άλλωστε και πάσα τέλεσις της αναιμάκτου Θείας Ευχαριστίας, διότι παραπέμπει την μνήμην και την καρδίαν ημών εις τον Γολγοθάν, και δη εις τον Χριστόν, ο Οποίος ανυψώθη και απέθανεν εν τω Σταυρώ, είτα δε Ανέστη δια την σωτηρίαν του κόσμου παντός.

Εδώ, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος, ο Ομολογητής, ο και Καθηγητής του Πανεπιστημίου αυτής, έπηξε τον Σταυρόν της Ιεράς ταύτης Μονής, η οποία έμελλε να αναδειχθή εις τούς μετέπειτα αιώνας, άχρι μόλις προ τεσσαράκοντα ακριβώς ετών, και ως Μονή και ως Σχολή φυτώριον εκκλησιαστικής φιλομαθείας και παιδείας και καταρτίσεως στελεχών και κηρύκων του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού και της ομολογίας της εις Αυτόν πίστεως, ως υπήρξε και η προσωπική ζωη και η μαρτυρία του ιδίου: ομολογία της Ορθοδόξου πίστεως και προάσπισις αυτής έναντι των αιρέσεων.
Σ τ α υ ρ ο ς και Α ν α σ τ α σ ι ς, αποτελούν το βίωμα της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και του αληθινού Χριστιανού, ο οποίος δέον να διακρίνεται δια το σταυροαναστάσιμον αυτού ήθος. Ο Σταυρός είναι σημείον αναγνωρίσεως του Χριστού και του αληθινού Χριστιανού. Η σταυροαναστάσιμος αύτη ατμόσφαιρα συναντάται εις την Ορθόδοξον Θεολογίαν, η οποία είναι εμπειρική δια της σταυρώσεως και ουχί στοχαστική η ηθικιστική. Επί πλέον, αυτό το σταυροαναστάσιμον ήθος συναντάται εις την μυστηριακήν και την πνευματικήν ζωήν της Εκκλησίας μας: εις την μυστηριακήν, δοθέντος ότι τα μυστήρια τελειούνται δια της Χαριτος του Θεού, η οποία παρέχεται δια του τύπου και του σημείου του Σταυρού, δια του οποίου μεταδίδεται η θεία ενέργεια• και εις την πνευματικήν ζωήν, ως θυσία και προσφορά, ως κένωσις και υπέρβασις εν Χριστώ των αισθήσεων και των δερματίνων χιτώνων της φθοράς και της θνητότητος.

Ο εκ των προκατόχων ημών εις τον πανίερον τούτον Θρόνον,  Ιερός Φωτιος, του οποίου σήμερον επικαλούμεθα την μεσιτείαν και πρεσβείαν προς τον Κυριον εν ευχαριστία πολλή, εθεολόγησε με την σταυροαναστάσιμον νοοτροπίαν. Και με την θεολογίαν αυτήν έζησε και επολιτεύθη, ως καθηγητής και ως Ποιμήν. Αν και αντιμετώπισεν αδικίας και περιφρονήσεις, αν και εγεύθη χολής και όξους, εκοιμήθη ευχαριστών και δοξάζων τον Θεόν. Ούτως ανεδείχθη διδάσκαλος, λόγω και έργω, ποιμήν θυσιάζων την ζωήν αυτού υπέρ του Μεγάλου Ποιμένος και των προβάτων αυτού, εκδαπανώμενος καθ  ἡμέραν εις την εν Χριστώ διακονίαν του λαού, διδάσκων τον λόγον της αληθείας.

Ως οφθαλμός πάσης της οικουμένης, ο Ιερός Φωτιος, ενδιεφέρετο δια πάντας τούς ανθρώπους “εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν” αυτούς (Α´ Τιμ. β , 4), διο και απέστειλεν ιεραποστόλους εις τους βορείους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας λαούς ίνα κηρύξωσιν Ιησούν Εσταυρωμένον και Αναστάντα και ευαγγελισθώσι Χριστόν τοις εν σκότει και σκια θανάτου καθημένοις. Ο μεγαλόπνοος ούτος ανήρ εκοπίασε πολύ, ίνα πάντες οι άνθρωποι οι κατοικούντες επί παν το πρόσωπον της γης γνωρίσουν την Αλήθειαν, τουτέστι τον Χριστόν, και απολαύσουν του πλούτου της χρηστότητος και της φιλανθρωπίας Αυτού.
Ο σπόρος της εκκλησιαστικής φιλομαθείας ο οποίος ενυπήρχεν εις την ίδρυσιν της Μονής ταύτης, εμφυτευθείς υπό του ανιδρυτού αυτής Ιερού Φωτίου, ανεβλάστησεν εις το γόνιμον έδαφος αυτής και εκαρποφόρησεν εν έτει 1844 ότε ιδρύθη υπό ενός ετέρου εκ των προκατόχων ημών, του Πατριάρχου Γερμανού του Δ´, το ιερόν “φυτώριον των παρ  ἡμῖν εκκλησιαστικών και θεολογικών γραμμάτων”, η παγκοίνως γνωστή Ιερά Θεολογική Σχολή της Χαλκης, η οποία μέχρι της δια λόγους “τυπικούς” εν έτει 1971 απαγορεύσεως της λειτουργίας της, προσέφερεν ανεκτιμήτους υπηρεσίας και διακονίαν εις τον Οικουμενικόν Θρόνον, εις την Ορθοδοξίαν, εις τον Χριστιανισμόν, εις τα Ιερά Γράμματα και εις την εν γένει παιδείαν των καθ  ἡμᾶς κάτω τούτων χρόνων. Οι απόφοιτοι αυτής ανεδείχθησαν Πατριάρχαι, Αρχιερείς, λευίται της Χαριτος και διδάσκαλοι της Ορθοδόξου Θεολογίας εν τη καθ  ἡμᾶς Ανατολή, εν τη Εσπερία  και ανά πάσαν την υφήλιον. Επί 127 έτη υπήρξεν αληθώς το θεολογικόν και πνευματικόν εργαστήριον του  Οικουμενικού Πατριαρχείου και ουχί μόνον.

Δυστυχώς, αιφνιδίως, εν έτει 1971ω εχαρακτηρίσθη και αύτη, ως γνωστόν, υπό του Υπουργείου Παιδείας της Χωρας ημών ως Ανωτάτη Σχολή και δι   αὐτό εκλείσθη δυνάμει απορρήτου διαταγής. Εν τούτοις, η Σχολή αυτή δεν είχεν ιδρυθή δυνάμει της τότε ισχυούσης σχετικής νομοθεσίας, αλλά ελειτούργει από του 1844 ως Μειονοτική Θρησκευτική και κυρίως Ιερατική (κατά τινα τρόπον επαγγελματική Σχολή, και ως τοιαύτη ανεγνωρίζετο υπό των Κρατικών Αρχών), εκαλύπτετο δε η λειτουργία αυτής υπό των άρθρων 40 και 41 της Συνθήκης της Λωζάννης, τα οποία διατελούν ισχύοντα. Το ότι ήτο Σχολή καθαρώς θρησκευτική, καθίσταται φανερόν εκ του γεγονότος ότι το 80% και πλέον των μαθητών της εχειροτονούντο κληρικοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ως τοιαύτη, η Σχολή της Χαλκης καλύπτεται υπό των σχετικών διατάξεων των άρθρων της Συνθήκης της Λωζάννης, δια των προβλέψεων της οποίας ορίζεται ότι οι πολίται της Χώρας ταύτης, οι ανήκοντες εις μη μουσουλμανικάς μειονότητας, έχουν ίσον δικαίωμα να συνιστούν, διευθύνουν και εποπτεύουν, ιδίαις δαπάναις, σχολεία και λοιπά εκπαιδευτήρια, και ότι η Τουρκία αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως αι διατάξεις αύται της Συνθήκης της Λωζάννης αναγνωρισθούν ως θεμελιώδεις νόμοι του Τουρκικού Κράτους και όπως ουδείς νόμος η κανονισμός η επίσημός τις πράξις διατελώσιν εν αντιφάσει προς τας διατάξεις ταύτας η κατισχύωσιν αυτών. Εν τούτοις, αι εγχώριοι διατάξεις κατίσχυσαν αυτών και επί τεσσαράκοντα συναπτά έτη αι πύλαι της Σχολής παραμένουν κεκλεισμέναι…

Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, έκτοτε, δια των προκατόχων ημών Πατριαρχών Αθηναγόρου και Δημητρίου, ιδιαιτέρως όμως, επιτραπήτω ημίν, επί της εικοσαετούς και πλέον ταπεινής Πατριαρχικής διακονίας ημών, προέβαλλε πάντοτε προς τας Τουρκικάς αρχάς δια σειράς Μνημονίων και Πατριαρχικών Γραμμάτων, αλλά και προς πάσαν άλλην διεθνή κρατικήν ή μη οργάνωσιν, το δίκαιον αίτημα της επαναλειτουργίας της Σχολής, επιζητούν την επανόρθωσιν της αδικίας. Καλοπίστως ανεζήτησεν  όρους  συνεργασίας μετά των αρμοδίων αρχών της Χωρας, και ελπίζεται πλέον ότι η φιλόλαος Κυβέρνησις της Χωρας ημών, υπό την σθεναράν και ρηξικέλευθον ηγεσίαν του Πρωθυπουργού αυτής κ. Recep Tayyıp Erdoğan, μελετά υπευθύνως και θετικώς την επίλυσιν μετά 40 έτη του ζητήματος, έχουσα υπ  ὄψει το διεθνώς κατωχυρωμένον  ατομικόν δικαίωμα του ανθρώπου και ιδίως των μειονοτήτων να διατηρούν θρησκευτικά σχολεία, επηνδρωμένα δια διδασκάλων μελών της πίστεώς των, εις πάσας τας βαθμίδας της εκπαιδεύσεως. Το πρόβλημα της Θεολογικής Σχολής Χαλκης είναι ήδη αμέσως συνυφασμένον προς τα γενικώτερα προβλήματά της Μειονότητός μας εν Τουρκία, ένια των οποίων ερρυθμίσθησαν ήδη υπό της Κυβερνήσεως, προς την οποίαν και από της θέσεως ταύτης εκφράζομεν ευχαριστίας.

Η σημερινή ημέρα και πανήγυρις, αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω, εορτάζεται εν τη προσδοκία της επαναλειτουργίας της Σχολής, η οποία ελπίς προσδοκώμεν ότι δεν θα καταισχύνη ημάς και την φοράν ταύτην. Ας είναι, λοιπόν, η πανήγυρις αύτη προάγγελος της πολυποθήτου εκείνης ημέρας, κατά την οποίαν αι πύλαι της παλαιφάτου ταύτης Σχολής, θα ανοίξουν προς υποδοχήν ουχί μόνον του ηγουμένου αλλά και των σπουδαστών και θα αγάλλωνται τα πνεύματα του Ιερού Φωτίου, του Πατριάρχου Γερμανού του Δ´ και της μεγάλης αλύσεως των Σχολαρχών, Καθηγητών και αποφοίτων της Σχολής, με τελευταίους τούς αειμνήστους Σχολάρχας ημών Μητροπολίτας Νεοκαισαρείας Χρυσόστομον, Ικονίου Ιακωβον και Σταυρουπόλεως Μαξιμον, τούς μακαριστούς Καθηγητάς Μητροπολίτην Μύρων και είτα Εφέσου Χρυσόστομον, Μεγαν Οικονόμον Γεώργιον, Ιωάννην Παναγιωτίδην, Εμμανούηλ Φωτιάδην, Κωνσταντίνον Καλλίνικον και Αριστείδην Πασσαδαίον και τούς επιζώντας εξ αυτών σεβαστούς διδασκάλους και ημών Βασίλειον Αναγνωστόπουλον και Βασίλειον Σταυρίδην, τούς διατηρούντας δια της συγγραφής και προσφοράς των άσβεστον την φλόγα και το πνεύμα της Χαλκης.

Ουκ επαύσαμεν επί εικοσαετίαν, ουδέ παυσόμεθα, δεήσεις και ικεσίας απευθύνοντες τω Κυρίω και αιτούμενοι παρά των αρχών και εξουσιών ίνα ίδωμεν ερχομένην την πολυπόθητον εκείνην ημέραν της επαναλειτουργίας της Σχολής μας. Παρ  ὅλον ότι φαίνεται σιγώσα η παντοδυναμία του Κυρίου, ημείς ελπίζομεν. Μάλλον δε ειπείν, ημείς πόθω σφοδρώ κινούμενοι, σχεδόν ακούομεν τα ύδατα τα κατερχόμενα τον ρουν της ιστορίας να εγγίζουν προς τα νέα θυρανοίξια της τροφού πολλών εξ ημών.
Διότι, τον Γολγοθάν, τον κάθε Γολγοθάν, το κάθε Πραιτώριον, την πάσαν αδικίαν ακολουθεί η Ανάστασις. Αυτήν την Ανάστασιν μετά του Ιερού Φωτίου και πάντων των προκατόχων ημών και λοιπών εν πίστει και ευλαβεία τελειωθέντων, αναμένομεν και ημείς δια την Σχολήν μας. Το Καθολικόν της Ιεράς ταύτης Μονής αναμένει τας προσευχάς των σπουδαστών, τα βιβλία εις την Βιβλιοθήκην  αναμένουν τας χείρας, αι οποίαι θα τα τοποθετήσουν επί των αναγνωστηρίων προς απορρόφησιν εξ αυτών της αποτεθησαυρισμένης Πατερικής και θύραθεν γνώσεως. Αι αίθουσαι διδασκαλίας ανυπομονούν να ακούσουν και πάλιν την φωνήν των διδασκόντων και των ακροωμένων τας απορίας και ερωτήσεις. Οι διάδρομοι διερωτώνται διατί έπαυσαν να ηχούν επ  αὐτών τα βήματα των νέων, των δι  αὐτῶν πορευομένων προς την άνωθεν σοφίαν την πλήρη χάριτος και αληθείας. Οι κήποι προσφέρουν την ανθηφορίαν των, αλλ  οὔτε νεανικαί ούτε πρεσβυτικαί χείρες θωπεύουν τα πολύχρωμα και ευώδη άνθη. Και ταύτα πάντα άνευ οφέλους τινός δια την χώραν, δια την κοινωνίαν. Αντιθέτως! Και η μεν και η δε βλάπτονται, ζημιούνται εκ της αδίκου σιωπής. Εαν οι νόμοι ηρμηνεύοντο μετά πλείονος ευρύτητος πνεύματος, πόσον ωραιοτέρα θα ήτο η ζωη των ανθρώπων!

Η αληθής φύσις της Σχολής μας είναι ότι αύτη είναι αληθής σ χ ο λ η  μυήσεως εις τον πνευματικόν κόσμον της αμωμήτου Ορθοδόξου πίστεώς μας, εις τον τρόπον ενεργείας της Θείας Χαριτος, εις τον τρόπον προσευχής, εις τον τρόπον καταπολεμήσεως του κακού δια του αγαθού, εις τον τρόπον προσεγγίσεως Θεού και ανθρώπων εν αγάπη και ειρήνη και αληθεία. Ουδείς έχει να φοβηθή από την λειτουργίαν μιας τοιαύτης Σ χ ο λ η ς. Διότι εξ αυτής εξήρχοντο άνθρωποι μεμυημένοι εις την Θείαν Αγάπην, η οποία πάντα στέγει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει και η οποία ουδέποτε εκπίπτει. Εξήρχοντο άνθρωποι ωλοκληρωμένοι, αγαθοποιοί, ειρηνοποιοί, φιλάνθρωποι, φιλοπρόοδοι, φίλεργοι, φιλομαθείς, φίλοι του Θεού και φίλοι των ανθρώπων. Το ήθος και το εκκλησιαστικόν φρόνημα και η δημιουργική δραστηριότης των αποφοίτων της Σχολής ημών, συνιστούν αξιόπιστον μαρτυρίαν περί των αποτελεσμάτων του εκπαιδευτικού και αμιγώς πνευματικού και λειτουργικού προγράμματός της. Εις πάσαν δε ανθρωπίνην κοινωνίαν, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής πίστεως των μελών της, χαρακτήρες ως οι των αποφοίτων της ημετέρας Σχολής, είναι χρησιμώτατοι ως ειρηνοποιοί και εν γένει φωτεινά παραδείγματα. Αυτήν την Σχολήν μας οραματιζόμεθα να ίδωμεν επαναλειτουργούσαν και μάλιστα ταχέως, λίαν προσεχώς!

Χαιρόμεθα σήμερον, προς τούτοις, χαράν  ιδιαιτέραν, διότι ενθρονίζομεν εις την ιστορικήν ηγουμενικήν καθέδραν της Ιεράς ταύτης Μονής τον νεωστί διορισθέντα υπό της περί ημάς Αγίας και Ιεράς Συνόδου ηγούμενον αυτής, αδελφόν Μητροπολίτην Προύσης κύριον Ελπιδοφόρον, εις τον οποίον παραδίδομεν την ευθύνην αλλά και το προνόμιον, την υποχρέωσιν αλλά και την τιμήν, να συνεχίση κοσμών την ιστορίαν και την μαρτυρίαν της Μονής και ευχόμεθα να ίδη επί των ημερών του επαναλειτουργούσαν την Σχολήν, τρέφουσαν και καταρτίζουσαν τα νοσσία αυτής δια του πνεύματος και της μαρτυρίας και του ήθους της Μεγάλης Εκκλησίας. Ο άγιος αδελφός, ο νέος ηγούμενος, έχει όλα τα προσόντα και τα εφόδια δια να επιτύχη εις την υψηλήν αποστολήν του, να εγκαινιάση μίαν νέαν περίοδον εις την ζωήν και την προσφοράν της Μονής και να γράψη σελίδας δόξης δι’ αυτήν. Δόξης όχι δια τον εαυτόν σου, αδελφέ Άγιε Προύσης, ούτε δια τον Πατριάρχην Βαρθολομαίον, αλλά δια την Μονήν και την Σχολήν μας, δια την Μητέρα Εκκλησίαν, την Τροφόν του Γένους, δι’ αυτά τα ιερώτατα πράγματα τα οποία οφείλομεν να δοξάζωμεν και να τιμώμεν, διότι αυτά υπερετίμησαν ημάς τους ταπεινούς διακόνους αυτών. Συγχαίρομέν σοι, άγιε αδελφέ,  και δεόμεθα ομού μετά του Σοφού Σολομώντος: “Θεε Πατέρων και Κυριε του ελέους[…], δος τω νέω ηγουμένω την των σων θρόνων πάρεδρον σοφίαν μη αποδοκιμάσης αυτόν εκ παίδων σου» (πρβλ. Σοφ. Σολομ. θ  1 κ.εξ.).

Θα ήτο παράλειψις από μέρους της ημετέρας Μετριότητος εάν δεν ελέγομεν και τον προσήκοντα λόγον ευχαριστίας και ευαρεσκείας προς τον απελθόντα Προηγούμενον άγιον Μοσχονησίων και ήδη Δέρκων κ. Απόστολον δια την επί σειράν ετών εύορκον, πιστήν και καρποφόρον διακονίαν αυτού υπό την ιεράν ταύτην στέγην, την οποίαν παρέδωκεν ανακαινισμένην και ευπαρουσίαστον εις τον άξιον διάδοχον αυτού.

Ιερώτατοι άγιοι αδελφοί,
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Το εξ ημών, επαναλαμβάνομεν και σήμερον και πάντοτε και πάλιν και πολλάκις:

Δοξα τω Θεώ, «ότι εχαρίσθη (ημίν) το υπέρ Χριστού, ου μόνον το εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν,- τον αυτόν αγώνα έχοντες, οίον είδετε εν εμοί και νυν ακούετε εν εμοί” (Φιλιπ. α  29).

Δοξα τω Θεώ, δια την χαρισθείσαν ημίν  εκκλησιαστικήν διακονίαν διότι “έχομεν τον θησαυρόν τούτον εν οστρακίνοις σκεύεσιν, ίνα η υπερβολή της δυνάμεως η του Θεού και μη εξ ημών” (Β´  Κορ. δ  7-8).

Δοξα τω Θεώ, δια την δωρηθείσαν ημίν δωρεάν, την οποίαν ασκούμεν “εν παντι θλιβόμενοι αλλ  οὐ στενοχωρούμενοι, απορούμενοι αλλ  οὐκ εξαπορούμενοι, διωκόμενοι αλλ  οὐκ εγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι αλλά ουκ απολλύμενοι, πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι περιφέροντες, ίνα και η ζωη του Ιησού εν τω σώματι ημών φανερωθή” (Β´ Κορ. δ  8-10).

Κατακλείοντες τον λόγον της σημερινής εορτίου ημέρας επαναλαμβάνομεν όσα ελέγομεν εις το ημέτερον Γράμμα, το απευθυνθέν εις την Εφορείαν της Ιεράς ταύτης Μονής, το και καταχωρισθέν ως προλογικόν εις τον Γ  Τόμον της Επιστημονικής Παρουσίας της Εστίας Θεολόγων Χάλκης, κυκλοφορηθέντα επί τη συμπληρώσει ενός και ημίσεος αιώνος από της ανιδρύσεως αυτής:

«Εν τη ελπίδι του Κυρίου θαρρούμεν, ότι Αυτός έδωκεν, Ούτος και αφείλετο, και ως Εκείνω έδοξεν, ούτω και εγένετο. Αυτός και μόνον αναστήσει και πάλιν εν καιρώ εν ω ώρισεν, ημείς όμως τη προσευχή και τη δεήσει προσκαρτερούμεν, μεριμνώντες και καταβάλλοντες πάσαν την αφ’ ημών προσπάθειαν συγχρόνως, έως ότου το Φυτώριον τούτο των παρ’ ημίν γραμμάτων αποσφραγίση τας πύλας αυτού, ως Κυψέλη, δεχομένη «εκ δυσμών και βορρά, και θαλάσσης, και εώας» τας διψώσας το «λάλον ύδωρ» πνευματικάς μελίσσας. […] Συν γαρ τη απογνώσει, παραυτίκα αρχήν λαμβάνει και η ελπίς. Και αποκαραδοκούντες λέγομεν: Ω Μήτερ, η επισχεθείσα εκ των τέκνων σου, ων εγέννησας και εσόφισας, σύναξον και πάλιν νοσσία περί σε, γενησόμενα τέκνα αληθινά της προς καιρόν στείρας και ου τικτούσης».

Γένοιτο.

ΠΗΓΗ:http://www.amen.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s